Ιατρείο

Συχνές ερωτήσεις

Συχνές ερωτήσεις:

 

 

Συχνές ερωτήσεις 2: 

 


Το να είναι κάποιος ψυχίατρος σημαίνει ότι είναι απόφοιτος Ιατρικής Σχολής και έχει λάβει την ειδικότητα της Ψυχιατρικής. Η ψυχοθεραπευτική ιδιότητα είναι κάτι διαφορετικό: αφορά στην εκπαίδευση του θεραπευτή σε ένα ή περισσότερα είδη ψυχοθεραπείας. Το να είναι κάποιος ψυχίατρος ΚΑΙ ψυχοθεραπευτής πρακτικά σημαίνει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του ασθενούς χορηγώντας φάρμακα ή κάνοντας ψυχοθεραπεία ή συνδυάζοντάς αυτά τα δύο ανάλογα με τις ανάγκες του ατόμου, παράλληλα ή σε διαφορετικούς χρόνους.

Οι ψυχολόγοι είναι απόφοιτοι σχολής ψυχολογίας και συνήθως εκπαιδεύονται σε κάποιο τύπο ψυχοθεραπείας. Η κυριότερη διαφορά ενός ψυχολόγου από έναν ψυχίατρο είναι η δυνατότητα χορήγησης φαρμάκων καθώς και η κλινική εμπειρία – ωστόσο κάποιοι ψυχολόγοι έχουν εργασθεί ή μετεκπαιδευθεί σε κλινικές, και λέγονται κλινικοί ψυχολόγοι.

Έτσι, όταν η χορήγηση φαρμάκων είναι επιθυμητή ή απαραίτητη ο ψυχίατρος είναι η μόνη θεραπευτική επιλογή, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση είναι στο χέρι του ασθενούς να επιλέξει τον θεραπευτή που του ταιριάζει.


Οποιοσδήποτε δε νιώθει καλά και πιστεύει ότι το πρόβλημά του είναι ψυχολογικό, πχ στεναχώρια, ή υπερβολικό άγχος, ή έχει σωματικά συμπτώματα όπως πόνο που δεν εξηγείται επαρκώς μετά από κατάλληλη διερεύνηση, μπορεί να απευθυνθεί σε ψυχίατρο.Επιπλέον οι διαταραχές ύπνου, οι άνοιες, ο εθισμός σε ουσίες ή συμπεριφορές αντιμετωπίζονται από ψυχίατρο.

Ο ιατρός αρχικά θα πάρει ένα πλήρες ιστορικό του συγκεκριμένου προβλήματος και της γενικότερης κατάστασης του ασθενούς. Στη συνέχεια θα κάνει κάποιες θεραπευτικές προτάσεις, που μπορεί να περιλαμβάνουν φάρμακα, ψυχοθεραπεία ή συνδυασμό αυτών. Έτσι, η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας θα προκύψει μέσα από συζήτηση, κατά την οποία ο ασθενής θα καταθέσει την προσωπική του εμπειρία με το πρόβλημα και ο ιατρός θα καταθέσει τις επιστημονικές του γνώσεις και την εμπειρία του σε παρόμοιες καταστάσεις.

Άρα η σκέψη ότι η επίσκεψη στον ψυχίατρο συνεπάγεται υποχρεωτικά χορήγηση φαρμάκων είναι αβάσιμη.

 


Θεωρούμε ότι ένα φάρμακο προκαλεί εθισμό όταν, χορηγούμενο στην ίδια δόση, χάνει την αποτελεσματικότητά του με την πάροδο του χρόνου(“συνηθίζεται”), με αποτέλεσμα να χρειάζονται συνεχώς μεγαλύτερες δόσεις για το ίδιο θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Τα φάρμακα αυτά είναι δύσκολο πολλές φορές να διακοπούν και η απότομη διακοπή τους προκαλεί “στερητικά συμπτώματα”, ψυχολογικά κυρίως (ένταση, ευερεθιστότητα, κακή διάθεση κλπ) αλλά και σωματικά (εφιδρώσεις, ζάλη, αϋπνία, τρέμουλο κλπ)Τα περισσότερα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην ψυχιατρική ΔΕΝ προκαλούν εθισμό. Τα αντικαταθλιπτικά, για παράδειγμα, δεν δείχνουν να χάνουν την αποτελεσματικότητά τους και δεν προκαλούν στερητικά συμπτώματα όταν διακοπούν. Αν, ωστόσο, κάποιος σταματήσει τη θεραπεία πρόωρα μπορεί να υπάρξει υποτροπή της κατάθλιψης – με τον ίδιο τρόπο που ένας υπερτασικός ασθενής θα έχει αυξημένη αρτηριακή πίεση εάν σταματήσει από μόνος του την αντιυπερτασική αγωγή. Αυτό, όμως, δεν είναι εξάρτηση.

Μία άλλη κατηγορία φαρμάκων, οι βενζοδιαζεπίνες, όταν χορηγούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα και χωρίς θεραπευτικό πλάνο μπορεί να προκαλέσουν εθισμό. Τα φάρμακα αυτά είναι πολύ χρήσιμα σε καταστάσεις οξέως άγχους, όπως πχ κρίσεις πανικού, και, όταν η χρήση τους γίνεται με πρόγραμμα, η διακοπή τους γίνεται χωρίς δυσκολία. Το πρόβλημα συνήθως δημιουργείται όταν γίνεται κακή χρήση του φαρμάκου, δηλαδή λαμβάνεται σε μεγαλύτερη δόση ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από όσο είναι απαραίτητο.

Επομένως, τα ψυχιατρικά – και όχι μόνον – φάρμακα πρέπει να λαμβάνονται με προσοχή και πάντοτε με την καθοδήγηση ιατρού ώστε να επωφεληθεί κανείς στο μέγιστο από τη δράση τους και να τα διακόψει μόλις ολοκληρωθεί η θεραπεία. 

 

 


Η καταστολή ΔΕΝ είναι επιθυμητή κατά τη θεραπεία των ψυχικών παθήσεων. Εάν κάποιο φάρμακο προκαλέσει καταστολή η δόση του θα πρέπει να τροποποιηθεί ή να γίνει αλλαγή φαρμάκου. 

Εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα αποτελούν καταστάσεις κατά τις οποίες υπάρχει άμεσος κίνδυνος για τον ασθενή ή το περιβάλλον του, όπως πχ κατά τη διάρκεια ενός ψυχωσικού επεισοδίου, οπότε προτεραιότητα έχει η ασφάλεια και χορηγούνται κατασταλτικά για βραχύ χρονικό διάστημα.Επίσης σε κάποιες περιπτώσεις η ήπια καταστολή είναι επιθυμητή από τον ίδιο τον ασθενή, πχ σε καταστάσεις μεγάλης έντασης ή παρατεταμένης αϋπνίας.

Ο στόχος της χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής, όπως και κάθε θεραπευτικής προσπάθειας, είναι η βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς.

 

 


Όπως στις περισσότερες ιατρικές ειδικότητες, έτσι και στην ψυχιατρική, υπάρχουν θεραπείες μικρής και μέσης διάρκειας, καθώς και θεραπείες που πρέπει να συνεχίζονται για πολλά χρόνια, ίσως και καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής. Αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως είναι η φύση και η βαρύτητα της διαταραχής , οι παράγοντες κινδύνου για υποτροπή, κ.α. Ανάλογα παραδείγματα από άλλες ειδικότητες είναι:
1) μία μικροβιακή λοίμωξη, για την οποία ο ασθενής θα χρειασθεί να πάρει αντιβίωση για λίγες μέρες ή και μήνες σε πιο σοβαρές περιπτώσεις
2) μία χρόνια νόσος, όπως η αρτηριακή υπέρταση ή ο σακχαρώδης διαβήτης, για τις οποίες διακοπή της αγωγής συνεπάγεται υποτροπή της νόσου.
Το πιο σημαντικό με τα φάρμακα είναι η αγωγή να είναι σωστή, κατάλληλη, ευεργετική για τον ασθενή, να τροποποιείται όταν αλλάζουν οι ανάγκες και να διαρκεί όσο χρειάζεται προκειμένου το άτομο να νιώθει – και να είναι – καλά και να απολαμβάνει τη ζωή του στο μέγιστο βαθμό – αυτός άλλωστε είναι και ο σκοπός οποιασδήποτε θεραπείας!

 
Μη διστάζετε να συζητήσετε με τονιατρό σας όποιες απορίες και ανησυχίες έχετε σχετικά με την φαρμακευτική αγωγή 

 

 

Συχνές ερωτήσεις 2 

 

Οι ψυχοσεξουαλικές διαταραχές, όπως το λέει η ίδια η λέξη, είναι σεξουαλικές διαταραχές στις οποίες παίζουν σημαντικό ρόλο ψυχολογικά αίτια. Πρόκειται, δηλαδή, για προβλήματα στη σεξουαλική λειτουργία για τα οποία δεν ανευρίσκεται συγκεκριμένη αιτιολογία ή, εάν υπάρχει οργανικό πρόβλημα, δεν επαρκεί για να εξηγήσει τη δυσκολία που προκαλεί στη σεξουαλική ζωή του ζευγαριού.

Παραδείγματα ψυχοσεξουαλικών διαταραχών είναι οι διαταραχές στύσης, εκσπερμάτισης, οργασμού, πόνου, ελαττωμένη ή αυξημένη επιθυμία για σεξουαλική επαφή ή αυνανισμό, εθισμός στο σεξ ή σε πορνογραφικό υλικό κ.α. Προβλήματα στη σχέση που δεν είναι αμιγώς σεξουαλικά αλλά επηρεάζουν τη σεξουαλική έκφραση και λειτουργία, αλλά και ατομικά προβλήματα που σχετίζονται με τη σεξουαλικότητα (πχ θέματα που αφορούν στον προσανατολισμό ή την ταυτότητα του φύλου) μπορούν επίσης να αντιμετωπισθούν μέσα από την ψυχοθεραπεία. 

 

 

Σε ειδικό μπορεί να απευθυνθεί το κάθεάτομο ή ζευγάρι που νιώθει ότι υπάρχει πρόβλημα στη σεξουαλική του ζωή και δεν ξέρει πως να το αντιμετωπίσει. Η σεξουαλικότητα είναι σημαντικό κομμάτι της ζωής του ζευγαριού αλλά και της προσωπικότητας κάθε ατόμου ξεχωριστά και ότανπαρεμποδίζεται μπορεί να προκαλέσει προβλήματα και σε άλλους σημαντικούςτομείς, όπως ο γάμος, οι διαπροσωπικές σχέσεις και η αυτοεκτίμηση.
Η σεξουαλική επαφή δεν είναι κάτι διαδικαστικό, αλλά είναι ένας τρόπος επικοινωνίας και απόλαυσης, και γι αυτόείναι σημαντικό οι όποιες δυσκολίες να αντιμετωπίζονται πριν γιγαντωθούν.

Το ζευγάρι δεν είναι μόνον δύο ξεχωριστά άτομα που τυχαίνει να βρίσκονται στον ίδιο χώρο, αλλά συνθέτουν ένα ολόκληρο σύστημα που περιλαμβάνει την προσωπική εμπειρία του καθενός, τις προσδοκίες του, την αλληλεπίδραση μεταξύ τους και με τα κοντινά τους πρόσωπα, τις οικογένειες καταγωγής, τους εργασιακούς χώρους ακόμα και τυχαία γεγονότα μεσημαντικό αντίκτυπο στη σχέση. Δύο άτομα αποτελούν οικογένεια με δική της δυναμική και κύκλο ζωής. Για παράδειγμα, οι ανάγκες είναι διαφορετικές για ένα ζευγάρι που μόλις ξεκίνησε να συγκατοικεί, για ένα άλλο που μόλις απέκτησε το πρώτο παιδί και για ένα ηλικιωμένο ζευγάρι μετά από χρόνια γάμου.

Αλλά στον ειδικό μπορούν να απευθυνθούν, εκτός από ζευγάρια, και μεμονωμένα άτομα που έχουν την ανάγκη να μιλήσουν για θέματα σχέσεων ή σεξουαλικότητας, αφού τα θέματα αυτά παίζουν σημαντικό ρόλο στο πως βλέπουμε τον εαυτό μας και πως σχετιζόμαστε με τους άλλους. 

 

 

Η αντιμετώπιση των ψυχοσεξουαλικών διαταραχών γίνεται κυρίως μέσω της ψυχοθεραπείας και κάποιες φορές με τη βοήθεια φαρμακευτικής αγωγής.Το πρώτο βήμα για μία επιτυχημένη θεραπεία είναι η αξιολόγηση του προβλήματος μέσω της λήψης ιστορικού.
Αυτό περιλαμβάνει το ατομικό αναμνηστικό του καθενός ξεχωριστά (προβλήματα υγείας? Ψυχολογικά/ ψυχιατρικά προβλήματα?) καθώς και το σεξουαλικό ιστορικό του κάθε ατόμου και του ζευγαριού (ποιο είναι το πρόβλημα? Πως ξεκίνησε? Πως ήταν τα πράγματα πριν από αυτό? πως το αξιολογεί ο κάθε σύντροφος?).
Έτσι καθορίζεται το είδος του προβλήματος και γίνονται κάποιες διευκρινίσεις, αν χρειασθεί.Στη συνέχεια διαμορφώνεται το θεραπευτικό πλάνο, που αφορά στην ίδια τη ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Γίνονται συναντήσεις με ορισμένη συχνότητα, η οποία έχει συμφωνηθεί εξ' αρχής, και δίνονται οδηγίες για ασκήσεις που θα εφαρμόσει το ζευγάρι μεταξύ των συνεδριών.
Εάν το πρόβλημα αφορά σε ένα άτομο και όχι σε ζευγάρι η διαδικασία είναι περίπου η ίδια, με λήψη ιστορικού, τακτικές συνεδρίες και ασκήσεις. 

 

 

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η θεραπεία των ψυχοσεξουαλικών διαταραχών είναι κυρίως ψυχοθεραπευτική. Ωστόσο, η λήψη φαρμακευτικής αγωγής μπορεί να φανεί πολύ χρήσιμη σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικά όταν συνυπάρχει οργανικός παράγοντας, καθώς και σε περιπτώσεις που το πρόβλημα προκαλείται ή επιβαρύνεται από άλλη ψυχική κατάσταση.
Δεν είναι σπάνιο μία καταθλιπτική ή αγχώδης διαταραχή να παρουσιάζεται, μεταξύ άλλων, με σεξουαλική δυσλειτουργία, η οποία συχνά προβάλλεται ως το κύριο αίτημα για θεραπεία.
Στις περιπτώσεις αυτές η υποκείμενη κατάσταση  πρέπει να αντιμετωπισθεί ξεχωριστά, είτε με ψυχοθεραπεία εστιασμένη στο πρόβλημα είτε με φαρμακευτική αγωγή. Η συζήτηση με έναν ειδικό θα βοηθήσει στον προσδιορισμό του προβλήματος και την διερεύνηση των θεραπευτικών επιλογών. 

 

 

Γενικά, θεωρούμε ότι οποιοδήποτεπρόβλημα επηρεάζει τη σεξουαλική ζωή του ζευγαριού δεν προέρχεται ποτέ αποκλειστικά από τον ένα σύντροφο,ακόμα και όταν φαίνεται να είναι έτσι,όπως πχ μία πρόωρη εκσπερμάτιση ή ένας κολπικός σπασμός, αφού ο τρόπος με τον οποίο θα αντιδράσει ο άλλος είναι καθοριστικός για την εξέλιξη της κατάστασης.
Σε πολλές περιπτώσεις, άλλωστε, το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς σεξουαλικό, αλλά προέρχεται από άλλου είδους προβλήματα, που αφορούν στη σχέση, και τα ενδυναμώνει μέσω του φαύλου κύκλου “προβλήματα στη σχέση-  προβλήματα στοσεξ – περαιτέρω τσακωμοί  - μεγαλύτερο πρόβλημα στη σχέση”.
Έτσι, το ιδανικό είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, να προσέρχονται και οι δύο για μία ολοκληρωμένη θεραπευτική αντιμετώπιση.

Ψυχοθεραπεία με τον έναν μόνον σύντροφο μπορεί, ωστόσο, να γίνει και να είναι αποτελεσματική. Αλλά είναι σκόπιμο ο σύντροφος που δεν συμμετέχει να είναι σύμφωνος και  ενημερωμένος για τη θεραπεία, είτε μέσω μίας μοναδικής κοινής συνεδρίας ή μέσω του θεραπευόμενου – το οποίο, όμως, δεν είναι ιδανικό, καθώς μέρος της πληροφορίας μπορεί να χάνεται η να παραποιείται, κατάλάθος ή επίτηδες, και επιπλέον δεν υπάρχει το κύρος του ειδικού.